Πατρινιά

Η κουτσουρελιά φέρει και τις συνωνυμίες: Κουτσουλιέρα, Λαδολιά, Λιανολιά χονδρή, Λιανολιά ψιλή, Ντόπια, Πατρινή και Πατρινιά. Καλλιεργείται κυρίως στους νομούς Κορινθίας, Αχαΐας, Λακωνίας και Αιτωλοακαρνανίας. Αναπτύσσεται σε δένδρο ύψους 5–7 μέτρων. Τα φύλλα της ελιάς αυτής είναι βαθυπράσινα, μήκους 3,95cm και πλάτους 0,88cm. Ο καρπός αυτής της ποικιλίας έχει σχήμα κυλινδροκωνικό, μέσο βάρος 1,2γρ. Η σχέση σάρκας προς πυρήνα του καρπού είναι 5:1. Η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι φθάνει μέχρι 25%. Χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή λαδιού μέτριας ποιότητας. Θεωρείται ποικιλία απαιτητική σε εδαφική υγρασία.

ΚΟΡΩνεϊκη

Η κορωνέϊκη φέρει και τις συνωνυμίες: Βάτσικη, Κρητικιά, Κορωνιά, Κορώνι, Λαδολιά, Λιανολιά και Ψιλολιά. Καλλιεργείται κυρίως στους νομούς Μεσσηνίας, Αχαΐας, Αιτωλοκαρνανίας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Σάμου, Κυκλάδων, Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και Λασιθίου. Έχει το πλεονέκτηµα να προσαρµόζεται σε αντίξοες συνθήκες, άκρως ξηροθερµικές και να αντέχει σε δυνατούς ανέµους. Μπορεί να καλλιεργηθεί από τις παραθαλάσσιες περιοχές, µέχρι και σε υψόµετρο 500 µέτρων. Αναπτύσσεται σε δένδρο ύψους 5 –7 μέτρων. Τα φύλλα της είναι βαθυπράσινα,μήκους 5,47cm και πλάτους 1,03cm. Ο καρπός έχει σχήμα κυλινδροκωνικό με μέσο βάρος 1,3γρ. Η σχέση σάρκας προς πυρήνα του καρπού είναι 6,6:1. Η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι κυμαίνεται από 15% έως 27%. Χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την παραγωγή λαδιού εκλεκτής ποιότητας. Η απόδοση της ποικιλίας σε καρπό ανά δέντρο είναι 30 – 100 κιλά. Το φρέσκο λάδι ανεξαρτήτως οξύτητας, καίει στο λαιμό του ανθρώπου κατά τη βρώση του, ιδιότητα που οφείλεται πιθανόν σε κάποια ουσία, η οποία με τη πάροδο του χρόνου εξαλείφεται ή περιορίζεται και δεν γίνεται πλέον αισθητή κατά τη βρώση του. Μπορεί όμως να εξαλειφθεί ή να μη γίνεται αισθητή στο φρέσκο λάδι αν ο καρπός της, κατά την ελαιοποίηση, αναμειχθεί με καρπό άλλης ποικιλίας. Θεωρείται ποικιλία πολύ παραγωγική και ανθεκτική στις ξηροθερμικές περιοχές της χώρας. Έχει µικρές απαιτήσεις σε καλλιεργητικές εργασίες. Είναι ανθεκτική στο κυκλοκόνιο, µέτρια ανθεκτική στην βερτισιλλίωση και ευαίσθητη στον καρκίνο. Τέλος, είναι ευπαθής στο δάκο, στη ελιά και στο ρυγχίτη. Ο καρπός ωριµάζει από νωρίς τον Οκτώβριο έως και τον ∆εκέµβριο.

Καλαμών

(Olea europaea var. Ceraticarpa): Καλλιεργείται κυρίως στη Μεσσηνία, τη Λακωνία και την Αχαΐα. Δέντρο αρκετά υψηλό, το οποίο παράγει καρπούς μεγάλους, κυρτωμένους μονόπλευρα. Οι ιδιαιτερότητές του είναι πρώτον ότι τα φύλλα του είναι τα μεγαλύτερα από όλες τις ελληνικές ποικιλίες ελιών και δεύτερον ότι το κουκούτσι «χωρίζει» από τη σάρκα εξαιρετικά εύκολα. Είναι μία από τις καλύτερες επιτραπέζιες ποικιλίες ελιών που παρουσιάζει διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση και στις αγορές του εξωτερικού. Συναντάται με τα ονόματα Καλαματιανή, Αετονύχι, Χοντρολιά.

Μανάκι

Olea europaea var. Minor rotunda ): Καλλιεργείται στην Άμφισσα, τους Δελφούς, την Ιτέα, την Αράχοβα, τη Λαμία, την Κυνουρία, την Ερμιόνη και τον Πόρο. Δέντρο αρκετά ανθεκτικό στο κρύο και στους ισχυρούς ανέμους. Ο καρπός του είναι σφαιρικός ή ωοειδής και δίνει εξαιρετικό ελαιόλαδο, αλλά γίνεται και πολύ νόστιμη και αρωματική επιτραπέζια μαύρη ελιά. Συναντάται και με τα ονόματα Μανάκι, Κορινθιακή, Γλυκομανάκι, Γλυκομανακολιά.

Μεγαριτικη

Λόγω του μεγέθους του καρπού τους θεωρούνται μεσόρκαπες. Οι μεσόκαρπες ελιές χρησιμοποιούνται ως βρώσιμες, για παραγωγή λαδιού και για την ελαιοπαραγωγή. Η ποικιλία Μεγάρων αποτελείται από δέντρα μετρίων διαστάσεων με μακριά μυτερά φύλλα. Ο καρπός ποικίλλει πάρα πολύ ως προς το μέγεθος και το σχήμα. Το δέντρο αντέχει στην ξηρασία, είναι ανεκτικό στο ψύχος και είναι πολύ παραγωγικό όταν δέχεται στοιχειώδεις έστω καλλιεργητικές φροντίδες.